Τελευταία μέρα του Αυγούστου. Και το μόνο που μπορώ να σκεφτώ, είναι μικρές σκηνές μαζί σου. Σαν ταινία που παίζει ξανά και ξανά στο μυαλό μου.
Σκηνή πρώτη.
Φτιάχνω βαλίτσα. Ρούχα σκορπισμένα παντού. Μια μελωδία παίζει στο βάθος. Ακολουθώ με τα χέρια τον ρυθμό της καθώς διπλώνω ένα ακόμα σύνολο που «μπορεί να χρειαστεί, πάρε το καλού κακού». Χτυπάει το τηλέφωνο. Είσαι εσύ. Με ρωτάς αν είμαι έτοιμη. Σου απαντώ ότι πάλι δεν θα κοιμηθώ το βράδυ. Ανυπομονησία.
Σκηνή δεύτερη.
Είμαι στο λεωφορείο. Είσαι στο καράβι. Δύο γραμμές στον χάρτη που τρέχουν να φτάσουν στο σημείο Χ. Τραβάμε την κλωστή, να πλησιάσουμε, να μηδενίσουμε κάθε απόσταση. Ο ήλιος ακουμπάει μαλακά το χέρι μου, τα δέντρα καλπάζουν κι αυτά βιαστικά δίπλα μου. Έρχομαι να σε βρω. Φαντάζομαι τα κύματα που θα οργώνουμε παρέα σε λίγες ώρες.
Σκηνή τρίτη.
Φορτωμένοι πράγματα, στα κεφάλια κράνη. Ανεβαίνουμε στο άλογό μας. Ο ελεγκτής γελάει που το λέω άλογο. Σκίζει τα εισιτήρια. Το καράβι μας αναχωρεί, έτοιμο να βοηθήσει στην εκπλήρωση του ονείρου. Με παίρνει ο ύπνος. Εσύ, πάντα ο ακοίμητος φρουρός.
Σκηνή τέταρτη.
Ανοίγω το παντζούρι. Ξεπροβάλλει όλο το μπλε της γης. Η κουρτίνα λικνίζεται απαλά, ανταποκρίνεται στο φλερτ του ανέμου. Φοράς το μαγιό σου. Ρυθμίζω το δικό μου, να καλύψει τις άσπρες γραμμές που γλίτωσαν φέτος από τον ήλιο.
Σκηνή πέμπτη.
Στρώνουμε πετσέτες στην άμμο. Η θάλασσα μάς καλεί, στέλνοντας διακριτικά φωτεινά σινιάλα. Με τραβάς μέσα στο νερό. Το γέλιο σου χορεύει γύρω από το δικό μου. Προσπαθώ να βουτήξω βαθιά, να σε φτάσω. Διορθώνεις τα μαλλιά μου. Το νερό δεν τα δάμασε ποτέ.
Σκηνή έκτη.
Διαβάζω το βιβλίο μου, μα σε παρατηρώ στην άκρη του βλέμματος. Χάνεσαι στο μπλε· αναρωτιέμαι πού ταξιδεύει ο νους σου. Μοιραζόμαστε ένα τσαμπί σταφύλι. Ψάχνουμε μαζί τις πιο όμορφες πέτρες της παραλίας. Ο ήλιος πέφτει, δίνει λίγο από το χρώμα του στο μπλε που τόσο αγαπάς.
Σκηνή έβδομη.
Το σούρουπο μυρίζει αλάτι και γιασεμί. Καθόμαστε στο μπαλκόνι, τα πόδια μας γυμνά, τα μαλλιά μας ακόμη υγρά. Είναι το πιο όμορφο σπίτι που έχουμε κλείσει ως τώρα για διακοπές. Πίνεις αργά το ποτό σου. Σχεδιάζω αόρατες διαδρομές στην άκρη του τραπεζιού. Ας μην τελειώσει ποτέ όλο αυτό!
Σκηνή όγδοη.
Το νησί μας καλεί στη βραδινή του παράσταση. Μικρά αστέρια καρφωμένα στη γη. Λάμπει παντού. Λάμπεις εσύ. Οδηγάς και τραγουδάς ένα κομμάτι που δεν κατάλαβα ποιο είναι. Σου δείχνω ένα αστέρι που πέφτει. Δεν με άκουσες, αλλά εγώ πρόλαβα και έκανα ευχή.
Σκηνή ένατη.
Περπατάμε δίπλα δίπλα, τα βήματα συγχρονίζονται. Σε λίγο όλα θα είναι πιο ήσυχα. Ανακαλύπτουμε νέα στενάκια. Σταματάω και παρατηρώ. Εσύ πια δεν με ψάχνεις, ξέρεις ακριβώς πότε θα το κάνω. Τι κι αν δεν είναι η πρώτη μας φορά εδώ; Σε κάθε γωνιά μάς περιμένει μια έκπληξη. Όπως το ταβερνάκι αυτό. Πόσο αγαπώ το να μοιράζομαι γεύσεις μαζί σου. Κάηκες στον λαιμό, κάηκα στην καρδιά.
Σκηνή δέκατη.
Φτιάχνω τη βαλίτσα. Στιγμές σκορπισμένες παντού. Πώς να τις χωρέσω όλες; Άραγε θα είναι ποτέ αρκετό το καλοκαίρι; Άραγε δεν θα επιθυμούμε πάντα λίγο ακόμα; Μου δίνεις το κράνος. Το βάζω στο κεφάλι σαν στέμμα. Το άλογό μας μάς περιμένει. Και κάπου αλλού, μάς περιμένει ήδη η επόμενη περιπέτεια.
Τελευταία μέρα του Αυγούστου. Ας μην τελειώσουμε αυτό το καλοκαίρι. Ας το τραβήξουμε, να σκεπάσει τον χειμώνα μας. Ας φέρουμε μέσα στις βροχερές μέρες που θα ‘ρθουν, λίγη από τη γοητεία αυτού του μήνα. Λίγες, σκόρπιες στιγμές καλοκαιρίας.
